Ο ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ
Ο Κ. Καβάφης στις 29 Απριλίου του 1933 άφησε την τελευταία
του πνοή στο Ελληνικό Νοσοκομείο Αλεξανδρείας. Η είδηση φυσικά και συγκλόνισε
τις λογοτεχνικές κοινότητες και στις δύο πλευρές της Μεσογείου, κι έτσι η ¨Νέα
Εστία¨ του αφιέρωσε το τεύχος 158 της 15/7/1933. Εκεί βρίσκουμε και ένα
εκτεταμένο άρθρο του Κώστα Ουράνη με τίτλο ¨Ο σεξουαλισμός του Καβάφη¨, άρθρο
ένα σημαντικό απόσπασμα του οποίου κρίναμε ότι αξίζει να αναδημοσιευτεί, αφού
περιγράφει μια αυθεντικά προσωπική εικόνα του ποιητή που σκίτσαρε ένας αυθεντικός
λογοτέχνης :
¨Στη μεγάλη, εμπορική
και μοντέρνα Αλεξάντρεια, που έχει για καρδιά της το Χρηματιστήριο του
μπαμπακιού, άναβε κάθε βράδυ, ως προ λίγον καιρό, ένα φως που δεν ήταν
ηλεκτρικό και έντονο, αλλά χαμηλό, συμπαθητικό και εξώκοσμο σαν του καντηλιού
ενός εξωκκλησιού. Ήταν σ΄ ένα παλιό σπίτι και σε μια παλιά συνοικία. Παλιά και
κάπως ύποπτων ηθών. Το φως αυτό ήταν το φως της λάμπας του ποιητή Καβάφη.
Πολλοί, κατά καιρούς,
μίλησαν κι έγραψαν για τη λάμπα αυτή του Αλεξαντρινού ποιητή. Σ΄ όλους είχε
κάνει εντύπωση ο μεγάλος σκοταδερός κύκλος που ανοιγόταν πέρα από το στενό
κύκλο του φωτός της. Εξηγούσαν ότι η ύπαρξη της οφειλόταν στη φιλαρέσκεια του
Καβάφη. Τον παρίσταναν σαν έναν άνθρωπο που είχε τη γυναικεία σχεδόν μανία να
κρύβει την ηλικία του και τις ρυτίδες που είχε χαράξει στο πρόσωπο του ο
χρόνος. Είχε φωτογραφηθεί από τότε που ήταν νέος, έβγαινε πάντα προς το βράδυ
από το σπίτι του, κι όταν δεχόταν έναν επισκέπτη τον τοποθετούσε – έλεγαν –
κοντά στη λάμπα, ενώ αυτός καθόταν σε μια πολυθρόνα βυθισμένη στο σκοτάδι.
Μπορούσε έτσι να βλέπει τη φυσιογνωμία του επισκέπτη και να σπουδάζει την
έκφραση της, χωρίς εκείνος να του δείχνει παρά τα δύο στρογγυλά και μεγάλα
γυαλιά των ματιών του μέσα στη σκιά.
Τη λάμπα αυτή τη γνώρισα
κι εγώ όταν σ΄ ένα ταξίδι που έκανα πρόπερσι στην Αίγυπτο πήγα να επισκεφθώ τον
Καβάφη.
Μου άνοιξε την πόρτα
ένας μαύρος υπηρέτης και βρέθηκα σ΄ ένα διαμέρισμα βυθισμένο στο σκοτάδι. Ο
διάδρομος ήταν ένα ρεύμα σκοταδιού, κι ο ίδιος ο υπηρέτης που μ΄ οδηγούσε γλιστρούσε
σαν φάντασμα. Το λίγο, το αμυδρό φως που έβγαινε από ένα πλάγιο δωμάτιο που
βρισκόταν κάπως μακριά έκανε πιο μυστηριώδες ακόμα το σκοτάδι. Είχα την
εντύπωση ότι ήμουν στο διαμέρισμα ενός ήρωα φανταστικού διηγήματος του Όφφμαν…
Ο Καβάφης που με δέχτηκε
είχε μια περίεργη φυσιογνωμία, τη φυσιογνωμία μιας παλιάς λιθογραφίας που είχε
κατέβει από το κάδρο της. Όσο λιγοστό κι αν ήταν το φως του γραφείου του,
έβλεπα ένα πρόσωπο ρυτιδωμένο, αλλά που είχε συγχρόνως κάτι το άγριο. Δεν ήταν
το πρόσωπο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που νέαζε ακόμα, αλλά ενός παιδιού που
είχε γεράσει. Στη φυσιογνωμία αυτή, τα μεγάλα στρογγυλά γυαλιά με σκελετό
ταρταρούγας που φορούσε, κι ένα ιδιόρρυθμο κολάρο παλιάς εποχής, υπέβαλλαν
αόριστες ομοιότητες με ιστορικά πρόσωπα του παρελθόντος. Διερωτόμουν αν είχα
μπροστά μου το Θιέρσο ή τον Κοραή…Παράξενος ακόμα ήταν κι ο τόνος της φωνής
του. Μιλούσε αργά σαν να υπαγόρευε, με απηχήσεις βαριές και μπάσες, αλλά
συγχρόνως και με οξείες παρατονίες. Ήταν μια φωνή που θύμιζε τη φωνή εφήβων,
στην οποία διασταυρώνονται το παιδί που ήταν και ο άντρας που παν να γίνουν. Σ΄
όλα αυτά προσθέτονταν και μια άλλη ιδιορρυθμία : της προφοράς του, μιας δυνατής
αγγλικής προφοράς που ο Καβάφης είχε διατηρήσει από τις νεανικές σπουδές του
στην Αγγλία…
Απ΄ όλα αυτά εντούτοις,
έλειπε η ιδιαίτερη εκείνη φιλαρέσκεια που τόσο είχαν τονίσει οι επισκέπτες του.
Δεν είχα δηλαδή το αίσθημα ότι ο Καβάφης απέφευγε να δειχτεί μέσα στο φωτεινό
κύκλο της λάμπας του. Η λάμπα απεναντίας, προσδιόριζε – για μένα – καλύτερα τον
ποιητή. Ήταν σαν ένα επί πλέον ωραίο ποίημα του. Περισσότερο ακόμα ήταν σαν μια
σύνθεση της ποίησης του. Είχε τη λιτότητα εκείνης, την εσωτερικότητα, τη
στοχαστικότητα της, τη συγκρατημένη της μελαγχολία, κι εκείνον τον τόνο του
παρελθόντος που αποτελούσε την ουσιώδη της ατμόσφαιρα. Όχι, η λάμπα δεν έκρυβε
τον Καβάφη. Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι η ψυχή του Καβάφη
κρατούσε χαμηλωμένο το φως της, όπως η λάμπα του, ότι αν ο Καβάφης διατηρούσε
κάτι μ΄ επιμέλεια στη σκιά, δεν ήταν το πρόσωπο του, αλλά τη μορφή της ψυχής
του.
Όχι ότι ήταν ψυχρός με
τον επισκέπτη του ή λιγόλογος. Απεναντίας, τον δεχόταν μ΄ εγκαρδιότητα και με
αναφωνήσεις χαράς, του σέρβιρε επανειλημμένως ουίσκι και μεζέδες, αστειευότανε,
ήτανε ομιλητικός και γενικά του έδινε το κολακευτικό συναίσθημα ότι η παρουσία
του, του ήταν εξαιρετικά αγαπητή. Ωστόσο, χωρίς όλ΄ αυτά να είναι προσποιητά εκ
μέρους του ποιητή, τα αισθανόμουν σαν έναν φράχτη που ύψωνε μεταξύ μας για να
μ΄ εμποδίσει να πλησιάσω την ψυχική του περιοχή, σαν μία εξωτερική οικειότητα
που μου προσφερόταν ως ικανοποίηση για την άρνηση μιας οικειότητας
εσωτερικότερης¨.
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ
