Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

 

ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ

ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗΣ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ

 


Η Αίγυπτος θεωρείται πρωτοπόρος στη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας, καθώς η ιστορία της χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πριν. Από την εποχή των Φαραώ, μνημεία και επιγραφές σε ναούς αποδεικνύουν ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν ειδικοί σε αυτόν τον κλάδο, ενώ η εξειδίκευση τους είναι αρκετά εμφανής στα ¨σάβανα¨ που χρησιμοποιούνταν για τις μούμιες. Διάφορες επιγραφές επίσης, αποδεικνύουν ότι την εποχή των Φαραώ χρησιμοποιούσαν διαφορετικά υφάσματα, όπως βαμβάκι και λινό, για να φτιάχνουν τα ρούχα τους.

Κατά τη διάρκεια της Αλεξανδρινής Περιόδου, οι Πτολεμαίοι κυβερνήτες επέβλεπαν και συνέβαλαν στην αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, ιδρύοντας εργαστήρια υφασμάτων σε διάφορα μέρη της Αιγύπτου και προσθέτοντας το μαλλί ως σημαντικό υλικό σε αυτήν.

Αργότερα, κατά την Κοπτική Εποχή, τα εργαστήρια εξαπλώθηκαν σε όλη την Αίγυπτο έως ότου η κλωστοϋφαντουργία έγινε μια σημαντική οντότητα στην αιγυπτιακή παραγωγική κοινωνία, ενώ έφτασε στο απόγειο της ακμής της κατά την Ισλαμική Περίοδο, καθώς άκμασε και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της αιγυπτιακής οικονομίας. Από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, η Αίγυπτος εξήγαγε κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτές οι εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Χαλιφάτου των Φατιμιδών, αφού οι επικεφαλής του Χαλιφάτου ίδρυσαν εργαστήρια υφασμάτων για την παραγωγή υφασμάτων υψηλής ποιότητας, τα οποία δίνονταν ως δώρα σε διάφορους κυβερνήτες και φίλους σε όλο τον κόσμο. Η Ισλαμική Εποχή σημαδεύτηκε από την ίδρυση κρατικών εργαστηρίων κλωστοϋφαντουργίας, με το ¨Dar Al-Tiraz¨ να είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Ήταν ένα μεγάλο εργαστήρι που διοικούνταν από την αιγυπτιακή κυβέρνηση και χωριζόταν σε δύο κύρια τμήματα : Το ένα παρήγαγε κλωστές και υφάσματα σε μεγάλες ποσότητες για να πωληθούν στο κοινό, ενώ το άλλο δημιουργούσε προϊόντα υψηλής ποιότητας για την ελίτ και για σκοπούς ανταλλαγής δώρων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κυβέρνηση φρόντιζε και παρείχε σε ιδιωτικά εργαστήρια τα απαραίτητα υλικά, ενώ ταυτόχρονα είχε το δικαίωμα να τα παρακολουθεί. Επιπλέον, είχε το δικαίωμα να επιβλέπει τη διανομή τους, ενώ απολάμβανε το μονοπώλιο στις πωλήσεις τους. Τέλος, είχε δώσει εντολή στους εμπόρους να διατηρούν επίσημα βιβλία, που αργότερα χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό των σχετικών φόρων.

Στη νεότερη εποχή, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Μωχάμεντ Άλη, η κλωστοϋφαντουργία αναπτύχθηκε γρήγορα, αφού ίδρυσε 29 κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια στην Άνω και Κάτω Αίγυπτο με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες του αιγυπτιακού στρατού κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον του Οθωμανικού Χαλιφάτου. Εισήγαγε τον απαραίτητο εξοπλισμό και μηχανήματα από ευρωπαϊκές χώρες και ίδρυσε εργοστάσια που παρήγαγαν διάφορα είδη υφασμάτων και ρούχων από βαμβάκι, λινό και μετάξι.

Στα 1838, οι επενδύσεις στις κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες υπολογίστηκαν σε 12.000.000 λίρες, ποσό που θεωρούνταν μεγάλο για την εποχή εκείνη. Η νέα βιομηχανία απασχολούσε 30.000 με 40.000 εργάτες, ενώ δεν απασχολούνταν μονάχα άνδρες, αλλά και γυναίκες και παιδιά, οι οποίοι όμως αμείβονταν λιγότερο. Την περίοδο αυτή, η Αίγυπτος εμφανίστηκε στον παγκόσμιο χάρτη, εξάγοντας κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Βόρεια Αφρική, σε ευρωπαϊκές χώρες και στις περισσότερες αφρικανικές.

 Στις αρχές του 20ου αι., με την έκκληση για επέκταση της αιγυπτιακής κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας, ιδρύθηκε μια εταιρεία που ονομάστηκε ¨National Textile Company¨, η οποία θεωρήθηκε ως η πραγματική αρχή του αιγυπτιακού δημόσιου κλωστοϋφαντουργικού τομέα. Ωστόσο, η βιομηχανία δεν υποστηρίχθηκε από τη βρετανική κατοχή, η οποία θεωρούσε την Αίγυπτο γεωργική χώρα και δεν ενδιαφερόταν για τη βιομηχανική της ανάπτυξη. Οι κατοχικές δυνάμεις ήθελαν το ακατέργαστο βαμβάκι να κατασκευάζεται στην Αγγλία, όπου η κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία ήταν πολύ πιο προηγμένη από ότι στη Νειλοχώρα.

Η αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία έλαβε ώθηση κατά την εποχή του οικονομολόγου Τάλαατ Χαρμπ Πασάς. Υπό την αιγίδα της Banque Misr, της οποίας ιδρυτής ήταν ο σπουδαίος αυτός πρωτοπόρος, δημιουργήθηκαν αρκετές βιομηχανίες, με κυριότερη αυτή του κλωστηρίου της Societe Misr pour la Filature et le Tissage S.A.E. στη Μεχάλλα Κεμπίρ, το πιο σημαντικό της Αιγύπτου και ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Χρησιμοποιούνταν όλες οι κλωστοϋφαντουργικές διαδικασίες από την επεξεργασία του βαμβακιού έως την παραγωγή λευκών και χρωματιστών υφασμάτων, ενώ το Τμήμα Μαλλιού χρησιμοποιούσε τις ίδιες διαδικασίες. Ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 1927 εξουσιοδοτούσε τη σύσταση της Societe Misr με αρχικό κεφάλαιο 300.000 λιρών. Ο κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας. Η Εταιρεία μπόρεσε γρήγορα να ανοίξει ένα νέο πεδίο απασχόλησης, προσφέροντας τακτική εργασία και μια προοδευτική διέξοδο για να εξασφαλίσει τα προς το ζην για ένα μέρος του πληθυσμού, το οποίο εξακολουθούσε να αυξάνεται. Οι εργασίες κατασκευής των εργοστασίων στη Μεχάλλα Κεμπίρ ξεκίνησαν το 1928 και η παραγωγή άρχισε στο πρώτο εργοστάσιο το 1931. Η επείγουσα και συνεχής ζήτηση για τα προϊόντα της Εταιρείας ήταν ένας παράγοντας που οδήγησε σε περαιτέρω επέκταση των κτιρίων, των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, όπως επίσης και στην περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου, το οποίο ανήλθε σε 1.000.000 λίρες. Ενώ δε το 1931 ο αριθμός των εργαζομένων άγγιζε τους 6.500, αργότερα αυξήθηκε σε 15.000. Με την έναρξη του Β΄ π.π., η Εταιρεία επέκτεινε τις εξαγωγές της σε εκείνες τις χώρες που συμμετείχαν στον πόλεμο, καθώς είχαν επιτακτική ανάγκη για ιατρικό βαμβάκι, ρούχα, κουβέρτες και άλλα προϊόντα που  χρειάζονταν οι στρατοί τους.

Μετά τον πόλεμο, η βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, ως αποτέλεσμα της έλλειψης επιστημονικού σχεδιασμού για την επέκταση της. Ειδικότερα, είχαμε αύξηση των εισαγωγών και του ξένου ανταγωνισμού, αύξηση της πλεονάζουσας παραγωγής, έλλειψη αιγυπτιακών τεχνικών δεξιοτήτων και αδυναμία της βιομηχανίας να προλάβει την επιστημονική ανάπτυξη.

Η Νασερική Επανάσταση εθνικοποίησε τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας που ανήκαν στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η εθνικοποίηση ήταν το πρώτο βήμα προς την αιγυπτιακή δημόσια κλωστοϋφαντουργία, όπως είναι γνωστή σήμερα. Το κράτος έστειλε ειδικούς σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που ήταν προηγμένες σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν τις πιο σύγχρονες τεχνικές, μεθόδους και δεξιότητες κατασκευής. Σε αυτή την περίοδο, η κλωστοϋφαντουργία αναπτύχθηκε ποιοτικά και ποσοτικά, ενώ απολάμβανε το μονοπώλιο και την υποστήριξη της αιγυπτιακής κυβέρνησης.

Όσο για τους Έλληνες της Αιγύπτου σ΄ αυτόν τον 1,5 αιώνα της νεότερης αιγυπτιακής ιστορίας ας καταγράψουμε τα εξής χαρακτηριστικά : Στην ίδρυση της Filature National d΄ Egypte το 1889 συμμετείχαν και αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες με τα κεφάλαια τους, ενώ στο Δ.Σ. της βρίσκουμε τους Μικέ Σαλβάγο, Μάριο Λάσκαρη και Κωνσταντίνο Σαλβάγο. Μεγάλη ήταν η συμβολή στον κλάδο του Συμεών Πιαλόπουλου, ο οποίος δαπάνησε σημαντικά ποσά για την ίδρυση δύο σπουδαίων εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας, βαμβακερών και μάλλινων υφασμάτων. Ως τάξη μεγέθους ας σημειωθεί πως το εργοστάσιο της αλεξανδρινής Νούζγας δημιουργήθηκε σε έκταση 20.000 τ.μ. εκ των οποίων τα 15.000 τ.μ. χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση των κτιρίων, όπου εργάζονταν 2.500 άτομα. Στην βιομηχανία φυσικής μετάξης σημειώνουμε τον Χρ. Λουκαΐτη, σ΄ εκείνη του λινού τους Ρουσσόπουλο και Περάκη, στην των φεσιών τους Ιω. Ζωρζόπουλο και Κων. Κριθάρη, στων χαλιών τον Δημ. Φιλιππίδη, στων πλεκτών τους Δέλιο και Κ. Θεοτόκη, στων έτοιμων ενδυμάτων τους Λάσκαρη, Ροκωτά, Μπέκα, Βουμβάκη, Ποθητό και Αυγερινό, στων κορδελών και κορδονιών τους Κολέτσο, Καράλη και Παπαθεοδώρου, ενώ στου υδρόφιλου βάμβακος τους Αρ. Τσαλδάρη, Δημ. Τσίρο και Μ. Λευκόπουλο, κτλ.

Με την ελεύθερη οικονομική πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση Σαντάτ, η οποία ενθάρρυνε τον ιδιωτικό τομέα μέσω της πολιτικής ανοιχτών θυρών και με τα κίνητρα που δόθηκαν από την κυβέρνηση για την προώθηση των επενδύσεων στην Αίγυπτο, ιδιωτικές επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας εμφανίστηκαν στον βιομηχανικό της ορίζοντα. Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είχε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη μεθόδων διαχείρισης και λειτουργίας, καθώς και στις δεξιότητες μάρκετινγκ σ΄ αυτόν τον κλάδο. Ωστόσο, η αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργία αντιμετώπισε τη μεγαλύτερη πρόκληση όταν οι κύριες αγορές της κατέρρευσαν με το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης και ιδιαίτερα με την παρακμή του Ανατολικοευρωπαϊκού Μπλοκ, το οποίο θεωρούνταν η κύρια αγορά για τα αιγυπτιακά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Κατά συνέπεια, οι αιγυπτιακές εξαγωγές μειώθηκαν πάνω από 33% από το 1991 έως το 1992.

Σήμερα η Αίγυπτος βρίσκεται στη μέση μιας αναδιάρθρωσης της κλωστοϋφαντουργικής της βιομηχανίας, κόστους κάπου 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε μια διαδικασία που πιθανότατα θα επηρεάσει τις προμήθειες μακροχρόνιου βαμβακιού από τη χώρα. Η διαδικασία αναζωογόνησης επικεντρώνεται κυρίως στο κέντρο κλωστοϋφαντουργίας, νηματουργίας και ύφανσης της Μεχάλλας Κεμπίρ, όπου δεκάδες κρατικά εργοστάσια υφίστανται ολοκληρωμένη αναβάθμιση μετά από δεκαετίες παραμέλησης και φθοράς. Η αναβάθμιση περιλαμβάνει τη συγχώνευση ορισμένων από τα εργοστάσια της πόλης, στο δρόμο για τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων που μεταφέρουν δεκάδες χιλιάδες τόνους υφάσματος και μεταποιημένων προϊόντων καθημερινά. Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας δίνει νέα πνοή σ΄ έναν κλάδο που στο παρελθόν απέφερε το εντυπωσιακό 40% των εσόδων της Αιγύπτου από εξαγωγές, ένα ποσοστό που έχει μειωθεί στο 2,5% και 3% σήμερα. Η εφαρμογή του όλου προγράμματος, σύμφωνα με ειδικούς του κλάδου, θα μετατρέψει την Αίγυπτο σε σημαντικό παραγωγό κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, υφασμάτων και μεταποιημένων προϊόντων.

Ο χώρος που διατίθεται για την καλλιέργεια βαμβακιού έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, μια κίνηση που τροφοδοτείται από τις εθνικές φιλοδοξίες της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας. Κατά την καλλιεργητική περίοδο του 2024 καλλιεργήθηκαν περίπου 225.000 στρέμματα γης με αυτήν την καλλιέργεια, από 216.000 στρέμματα την περίοδο του 2018. Κατά την καλλιεργητική περίοδο βαμβακιού του 2024, η Αίγυπτος παρήγαγε περίπου 4 εκατομμύρια κιλά βαμβακιού, από 3,1 εκατομμύρια κιλά. Η Αίγυπτος, η οποία συνεισφέρει περίπου το 20% όλων των προμηθειών βαμβακιού μακράς συνεχούς κλωστής στη διεθνή αγορά, εξάγει σήμερα το βαμβάκι της σε 22 κράτη, από 55 κράτη στο παρελθόν.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

 

Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΣΑΛΑΧ ΖΟΥΛΦΙΚΑΡ

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ

 


          Ο Σαλάχ Ζουλφικάρ, αυτό το πολιτιστικό φαινόμενο, δεν ήταν απλά ένας σπουδαίος ηθοποιός της χρυσής εποχής του αιγυπτιακού κινηματογράφου, αλλά η ενσάρκωση του ρομαντικού ήρωα, του βασανισμένου εραστή, του αριστοκράτη με τα βαθιά ηθικά διλλήματα και του τραγικού ανθρώπου που συντρίβεται από τα ίδια του τα πάθη.

          Γεννήθηκε στη Μεχάλλα Κεμπίρ το 1926 από αριστοκρατική οικογένεια, ενώ από το 1946 εργάστηκε ως αξιωματικός της αστυνομίας συμμετέχοντας ενεργά στον αγώνα ενάντια στη βρετανική κατοχή, αφού έλαβε μέρος στο αντάρτικο της Ισμαηλίας και στη σχετική μάχη του 1952, καθώς και στον Πόλεμο του Σουέζ το 1956, παρασημοφορούμενος από τον Νάσερ.

          Όντας από το 1947 πρωταθλητής και στο μποξ, το 1955 ξεκίνησε ως μερικής και το 1957 ως πλήρους απασχόλησης ηθοποιός, ενώ το 1958 μαζί με τον αδελφό του ίδρυσε την πρώτη του εταιρία παραγωγής και τη δεύτερη το 1962, η οποία λειτούργησε ως το 1978 με πολλές επιτυχίες και βραβεύσεις.

          Κατά γενική ομολογία έγινε ένας από τους επιδραστικότερους ηθοποιούς της ιστορίας του αιγυπτιακού σινεμά, χωρίς να παραβλέπεται η αξιοσημείωτη θεατρική και τηλεοπτική πορεία. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πως το 1996 στην 100ετηρίδα του Αιγυπτιακού Κινηματογράφου, 10 από τις ταινίες που συμμετείχε ως ηθοποιός και 5 ως παραγωγός βρίσκονταν στη λίστα με τις 100 σημαντικότερες ταινίες του 20ου αιώνα.

          Με την επιβλητική του παρουσία, το μελαγχολικό βλέμμα, τη βαθιά φωνή και την εσωτερική ένταση συνεργάστηκε με τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές της εποχής, σε ταινίες όπως : ¨Between the ruins¨ με την Fateh Hamama, ¨For men only¨ με τις Soad Hosny και Nagwa Fouad, ¨Soft hands¨ με την Sabah, ¨Something of fear¨ με την Shadia, ¨The sinner¨ με τη Magda, ¨We were students¨ με την Amina Rizk, κ.ά.

          Παντρεμένος 4 φορές και έχοντας 2 παιδιά, έφυγε από τη ζωή το 1993, αφήνοντας ως καλλιτεχνική παρακαταθήκη 250 ταινίες και 70 τηλεοπτικές σειρές, ενώ στο Κάιρο δύο δρόμοι φέρουν το όνομα του.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

 

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ

ΣΤΙΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ

 


Η αιγυπτιακή κουζίνα είναι από τις αρχαιότερες του κόσμου. Ωστόσο, πίσω από τις απλές συνταγές, τα αρώματα και τα μπαχαρικά, βρίσκεται η ελληνική επιρροή, μια επιρροή που έχει τις απαρχές της στην Πτολεμαϊκή Περίοδο όταν μια γαστρονομική σύζευξη έλαβε χώρα με την εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων στη Νειλοχώρα, οπότε το ελαιόλαδο, το κρασί, το τυρί και τα αρωματικά βότανα άρχισαν να συνυπάρχουν σ΄ ένα διάλογο γεύσεων με τα αιγυπτιακά όσπρια, τα δημητριακά και τα λαχανικά, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Όπως αναφέρει η Dina al Mahdy στην εφημερίδα "Al Ahram", οι δύο κουζίνες μοιράζονται μια φιλοσοφία φαγητού που βασίζεται στην απλότητα της ποιότητας των υλικών και όχι στην υπερβολή, με όσπρια όπως οι φακές, τα ρεβίθια, τα κουκιά και λαχανικά όπως οι μελιτζάνες, τα κολοκύθια, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα να παίζουν κεντρικό ρόλο, ενώ το ψωμί, μπάλαντι και χωριάτικο, να αποτελεί κοινό σύμβολο της καθημερινής διατροφής των δύο πανάρχαιων λαών.

Θα πρέπει όμως να σημειωθούν και τα εξής σημαντικά : Στους Αιγυπτιώτες Έλληνες οφείλει η Αίγυπτος την καλλιέργεια τριών δένδρων αγνώστων εκεί ως τότε : Της λεμονιάς, της μανταρινιάς και της πορτοκαλιάς. Επίσης, του λάχανου (με καλύτερη ποικιλία το ¨Γιάννη¨) και του κολοκυθιού (με καλύτερη ποικιλία το ¨Πέτρο¨). Το δε εθνικό αιγυπτιακό φαγητό, τα κουκιά (φούλια) υπήρξαν προϊόν εντατικής καλλιέργειας των Ελλήνων. ¨Φουλ Ρούμι¨ ήταν τα καλύτερα κουκιά (ότι ανώτερο σε λαχανικό χαρακτηριζόταν ως ¨ρούμι¨, δηλαδή ¨ελληνικό¨). Επίσης, ο Νέστωρ Τσανακλής ήταν εκείνος που ξανάδωσε στην Αίγυπτο τα αμπέλια και μάλιστα σε ερημικές γαίες, δίνοντας το έναυσμα για την αξιοποίηση ερημικών εκτάσεων. Στα 1932, δαπανώντας πάνω από 300.000 λίρες, είχε κατορθώσει να καλλιεργεί κάπου 4.000 στρέμματα ερήμου με ελιές και αμπέλια.

Παραδειγματικά, ας καταγράψουμε τώρα μερικά αιγυπτιακά πιάτα με ελληνικό άρωμα :

Ful Medames : Τα βρασμένα κουκιά παραπέμπουν στις ελληνικές σαλάτες οσπρίων, με τη χρήση ελαιόλαδου και λεμονιού να αποτελεί μια κλασική επιρροή.

Mahshi : Λαχανικά γεμισμένα με ρύζι και μυρωδικά, παρότι χωρίς κιμά, είναι εντυπωσιακά κοντά στα ελληνικά ¨ορφανά¨ γεμιστά ντολμαδάκια και λαχανικά.

Koshari : Φακές, ρύζι, μακαρόνια και σάλτσα ντομάτας συνθέτουν ένα λαϊκό πιάτο που αντικατοπτρίζεται στα ελληνικά παραδοσιακά φαγητά της νηστείας.

Domiati και Mish : Λευκά, αλμυρά τυριά, τόσο γευστικά, που συγκρίνονται με τη φέτα, όσο και στη χρήση τους σε σαλάτες και πίτες.

Basbousa : Σιμιγδάλι, σιρόπι, ξηροί καρποί και μέλι, φέρνουν στο νου τα κλασικά ελληνικά σιροπιαστά ραβανί και κανταΐφι.

Ταχίνι και Χούμους : Πάστες από αλεσμένα ρεβίθια ή σουσάμι με τα ελληνικής επιρροής λεμόνι και ελαιόλαδο, καθώς και τη κρεμώδη υφή, που χαρακτηρίζουν την ελληνική κουζίνα.

Molokhia : Σούπα από φύλλα μολοχίας που παραπέμπει ευθέως στην ελληνική χορτόσουπα με μυρωδικά.

Kebda Eskandarani : Συκώτι σοταρισμένο με μπαχαρικά και λεμόνι παρομοιάζεται με ελληνικό συκώτι στιφάδο ή λεμονάτο.

Felafel : Ρεβίθια-κουκιά πολτοποιημένα με μυρωδικά και τηγανισμένα θυμίζουν τους ελληνικούς ρεβιθοκεφτέδες.

Σαλάτα Βaladi : Με ντομάτα, αγγούρι, κρεμμύδι, μαϊντανό, λεμόνι και ελαιόλαδο σαν τη χωριάτικη σαλάτα χωρίς φέτα.

Kofta : Με μοσχαρίσιο ή αρνίσιο κιμά με μυρωδικά σε σχήμα κεφτέ, σαν τους ελληνικούς κεφτέδες και τα σουτζουκάκια.

Konafa : Γλυκό με φύλλο κανταΐφι και σιρόπι σε στυλ ελληνικού κανταϊφιού με καρύδια ή φιστίκια.

Atayef : Μικρά γλυκά γεμιστά με τυρί ή καρύδια, σαν τα ελληνικά πιτάκια ή γλυκά με φύλλο και γέμιση.

Om Ali : Ψωμένια πουτίγκα με γάλα, ζάχαρη και ξηρούς καρπούς, παρόμοια με την ελληνική μπουγάτσα.

  

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

 

1926-2026 : 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ

ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΗ ΣΥΝΘΕΤΗ

ΓΙΑΝΝΗ ΧΡΗΣΤΟΥ



          Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Χρήστου, αυτής της παγκόσμιας μουσικής ιδιοφυίας, που έφυγε αδόκητα τόσο νέος, αλλά άφησε πίσω του ένα πραγματικά σπουδαίο και εξαιρετικά αξιόλογο μουσικό έργο.

          Έτσι, το 2026 θα λάβει χώρα κύκλος εκδηλώσεων με αφορμή αυτήν την επέτειο, με αρχή εκείνη του Ωδείου Αθηνών υπό τον τίτλο ¨In Memoriam¨, ενώ παράλληλα στο Αρχείο του Ωδείου όλα τα σημαντικά τεκμήρια που μαρτυρούν και αποκαλύπτουν αθέατες όψεις από τη σύντομη ζωή του, θα είναι προσβάσιμα σε κοινό και μελετητές.

Ο Γιάννης Χρήστου, γιος της Λιλίκας Ταβερνάρη και του εύπορου σοκολατοβιομήχανου Τέρη Χρήστου, γεννήθηκε στην Ηλιούπολη του Καΐρου στις 8/1/1926, αλλά μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια.

Πέντε ετών άρχισε τα μαθήματα πιάνου, τα οποία συνέχισε με τη σπουδαία πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, ενώ παράλληλα φοιτούσε σε αγγλικά σχολεία στην πόλη του Αλέξανδρου, όπως το Victoria College.

Κατόπιν πήγε στην Αγγλία, όπου σπούδασε φιλοσοφία και οικονομικά στο Κέμπριτζ, καθώς και ανώτερα θεωρητικά της μουσικής με γνωστούς δασκάλους της εποχής. Το πρώτο του έργο, ένα συμφωνικό ποίημα, παρουσίασε σε ηλικία 22 ετών. Τις μουσικές του σπουδές συνέχισε στην Ιταλία, ασχολούμενος παράλληλα και με την ψυχολογία.

Επιστρέφοντας στη Νειλοχώρα, αφοσιώθηκε εξολοκλήρου στη σύνθεση. Το 1960 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χίο και κατόπιν στην Αθήνα. Λόγω της οικογενειακής του περιουσίας, ασχολήθηκε ανεπηρέαστος με το έργο του και μέσω των ¨δυσνόητων¨ για τους πολλούς συνθέσεων του προώθησε την πρωτοπορία στην παγκόσμια μουσική.

Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και φιλοσόφους της μουσικής του 20ου αι. Παγκοσμίως γνωστός ως Jani Christou, το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές ανησυχίες, με μία προσπάθεια η μουσική να διαβεί τα δικά της ¨σύνορα¨ και να συνεργαστεί με άλλες τέχνες μ΄ ένα νέο υπερβατικό τρόπο.

Ο Γιάννης Χρήστου σκοτώθηκε την ημέρα των γενεθλίων του στις 8/1/1970 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, σε ηλικία μόλις 44 ετών...

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

 


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

 

ΟΙ ΔΡΑΓΕΣ ΤΗΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ ΤΟΥ ΣΟΥΕΖ

 


Ο βυθοκόρος – drague στα γαλλικά εξού και το αιγυπτιώτικο δράγα – είναι ένα εξειδικευμένο πλοίο που χρησιμοποιείται για την εκσκαφή του πυθμένα λιμνών, ποταμών, λιμανιών και καναλιών. Η κύρια λειτουργία του είναι η αφαίρεση ιζημάτων, λάσπης, άμμου, χαλικιού και άλλων υλικών από το βυθό, ώστε να διατηρείται επαρκές βάθος νερού για τη διέλευση των πλοίων. 

Υπάρχουν διάφοροι τύποι βυθοκόρων, καθένας κατάλληλος για συγκεκριμένες συνθήκες και εργασίες, όπως ο βυθοκόρος αναρρόφησης με χοάνη που λειτουργεί σαν μια τεράστια πλωτή ηλεκτρική σκούπα, συλλέγοντας υλικά από τον πυθμένα και αποθηκεύοντας τα σε ειδική δεξαμενή (χοάνη) μέσα στο ίδιο το σκάφος, ο βυθοκόρος αναρρόφησης με κόφτη που διαθέτει μια περιστρεφόμενη κεφαλή με δόντια (κόφτη), η οποία σκάβει και θρυμματίζει το υλικό του βυθού και στη συνέχεια μια αντλία αναρροφά το υλικό και το διοχετεύει μέσω σωλήνων στην ξηρά ή σε άλλο σκάφος, ο βυθοκόρος κάδου ή αρπάγης, ο οποίος χρησιμοποιεί έναν κάδο ή μια αρπάγη για να σκάψει και να ανυψώσει το υλικό από το βυθό, ο βυθοκόρος με πλευρική εκτόξευση που εκσκάπτει το υλικό και το εκτοξεύει απευθείας στο πλάι, σε μικρή απόσταση από το κανάλι, κ.ά. 

Γενικότερα, οι βυθοκόροι χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση λιμανιών και καναλιών ώστε να διατηρείται το απαιτούμενο βάθος για την ασφαλή διέλευση πλοίων, για τη διεύρυνση υδάτινων οδών, δηλαδή τη δημιουργία νέων καναλιών και την επέκταση των υφιστάμενων, για την προστασία ακτών ώστε να αναπληρώνονται οι αμμουδιές σε παραλίες που έχουν υποστεί διάβρωση, για την εξόρυξη υλικών (ανάκτηση άμμου, χαλικιού και άλλων μεταλλευμάτων) από το βυθό και για έργα ανάπλασης σαν τον καθαρισμό λιμνών και ποταμών από ρύπους και ιζήματα. 

Οι δράγες έπαιξαν έναν κεντρικό, αλλά συχνά παραγνωρισμένο, ρόλο στην κατασκευή, τη λειτουργία και την επέκταση της Διώρυγας του Σουέζ. Από την αρχική εκσκαφή τον 19ο αιώνα μέχρι τις σύγχρονες εργασίες συντήρησης και τα πρόσφατα περιστατικά όπως η αποκόλληση του ¨Ever Given¨, η ιστορία των βυθοκόρων στο Κανάλι είναι συνυφασμένη με την ιστορία της ίδιας της διώρυγας. 

Πιο συγκεκριμένα, η αρχική εκσκαφή ξεκίνησε το 1859, βασιζόμενη αρχικά σε εργασία με φτυάρια και καλάθια. Ωστόσο, η αργή πρόοδος και η κατάργηση της καταναγκαστικής εργασίας το 1863 ανάγκασαν την Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ να στραφεί σε μηχανικά μέσα. Έτσι, η Διώρυγα του Σουέζ υπήρξε ένα πεδίο δοκιμών για την ανάπτυξη της τεχνολογίας των βυθοκόρων, αφού κατά την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν εκατοντάδες ειδικά κατασκευασμένοι, ατμοκίνητοι εκσκαφείς και βυθοκόροι. Το 1867, βυθοκόροι αναρρόφησης, που σχεδιάστηκαν από το Γάλλο μηχανικό Ανρί-Εμίλ Μπαζίν, χρησιμοποιήθηκαν στη Διώρυγα. Αυτή η τεχνολογία επέτρεψε την ταχύτερη και φθηνότερη εκβάθυνση, ειδικά σε σημεία με μαλακό χώμα. Η χρήση προηγμένων βυθοκόρων επιτάχυνε σημαντικά τις εργασίες, με τα 3/4 των 75 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων άμμου που αφαιρέθηκαν για την κύρια διώρυγα να εκσκάπτονται από μηχανήματα. 

Από τα εγκαίνια της το 1869, η Διώρυγα έχει βαθύνει πολλές φορές για να χωρέσει τα όλο και μεγαλύτερα σκάφη. Παράλληλα λοιπόν, με την πάροδο του χρόνου, η τεχνολογία των βυθοκόρων εξελίχθηκε και στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίστηκαν οι βυθοκόροι αναρρόφησης με κόφτη που μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σκληρότερα εδάφη. Μα και η ίδια η Διώρυγα αποτέλεσε κίνητρο για την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού και έτσι η ανάγκη για διατήρηση του βάθους χωρίς να εμποδίζεται η ναυσιπλοΐα οδήγησε στην ευρύτερη χρήση των βυθοκόρων αναρρόφησης με χοάνη.

Στα νεότερα χρόνια, μετά την οκταετή περίοδο κλεισίματος της κατά τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους (1967-1975), οι βυθοκόροι ήταν ζωτικής σημασίας για τον καθαρισμό και την εκβάθυνση της Διώρυγας, ώστε να μπορεί να υποδεχτεί ξανά τη ναυσιπλοΐα. 

Το 2014 ξεκίνησε το έργο της ¨Νέας Διώρυγας του Σουέζ¨, μια σημαντική επέκταση της που κατασκευάστηκε με τη βοήθεια σύγχρονων βυθοκόρων όπως εκείνοι με έγχυση νερού που ρευστοποιούν τα ιζήματα με πίδακες νερού, ενώ το 2021 έχουμε την περίπτωση της προσάραξης του γιγαντιαίου πλοίου ¨Ever Given¨ που έφερε ξανά τους βυθοκόρους στο προσκήνιο, αφού βυθοκόροι αναρρόφησης (Mashhour) κλήθηκαν για να απομακρύνουν την άμμο και τη λάσπη γύρω από την πλώρη και την πρύμνη του πλοίου, προκειμένου να το απελευθερώσουν, αποδεικνύοντας πόσο απαραίτητες παραμένουν οι βυθοκόροι για την ομαλή λειτουργία της Διώρυγας, ακόμα και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. 

Ας σημειωθεί τέλος, πως η Αρχή της Διώρυγας του Σουέζ διαθέτει επίσης μικρότερα σκάφη και εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για την αποφόρτωση των βυθοκόρων και για ειδικούς καθαρισμούς. 

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

 

ΔΥΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

 


Ο εκ Καρδίτσας καλός φίλος Μένιος Καλυβιώτης συνέγραψε και εξέδωσε σε 100 αριθμημένα αντίτυπα εκτός εμπορίου ένα εξαιρετικό, όσο και ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο ¨Αίγυπτος : Η μουσική ζωή των Ελλήνων¨, μέσα από το οποίο αναδύεται η μουσική δράση των Αιγυπτιωτών από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το 1975, μία δράση πλούσια και σημαντική σε έναν ακόμη τομέα κοινωνικής έκφανσης στα πλαίσια του αιγυπτιακού γίγνεσθαι. Μ΄ ένα σπάνιο αρχειακό, βιβλιογραφικό και φωτογραφικό υλικό καταγράφει και παρουσιάζει αιγυπτιώτικα μουσικά καταστήματα, ελληνόφωνους δίσκους που ηχογραφήθηκαν στην Αίγυπτο, καθώς και παρτιτούρες που τυπώθηκαν εκεί. Κι όλα αυτά, συνοδευμένα από ένα εξαίρετο μουσικό cd με δώδεκα δυσεύρετες ελληνικές ηχογραφήσεις της Αιγύπτου των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα από το πλουσιότατο αρχείο του συγγραφέα.

Ο εκ Καΐρου Αιγυπτιώτης αγαπητός εξάδελφος μου Ντάνης Δικαστόπουλος, μέσα από 137 έγχρωμες σελίδες μεγάλου σχήματος, παρουσιάζει μέσω σπάνιων ντοκουμέντων την ιστορική πορεία του ¨Au Salon Vert¨, μιας μεγάλης και σπουδαίας ελληνικής επιχείρησης στην Αίγυπτο. Ένα κατάστημα-κόσμημα της αιγυπτιώτικης επιχειρηματικότητας, που από το 1925 έως το 1956 ήταν ένα από τα πρώτα και μεγαλύτερα μαγαζιά της Νειλοχώρας και ίσως το καλύτερο στο είδος του σ΄ ολάκερη τη Μέση Ανατολή. Έτσι, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει εύγλωττα και ρεαλιστικά, με πολλά φωτογραφικά στοιχεία, την πορεία του ¨Σαλόν Βερ¨ και της ιδιοκτήτριας οικογένειας Αθανασόγλου, ως ένα ακόμη σημαντικό ιστορικό αποτύπωμα του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού που συνέβαλε τα μάλα και σ΄ αυτόν τον τομέα δραστηριότητας στη φιλόξενη Γη των Πυραμίδων.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

 

ΟΙ ¨ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ¨ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΜΗ

ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

 


Ο γεννημένος το 1942 στη Βέροια ζωγράφος Μάκης Βαρλάμης, σπούδασε αρχιτεκτονική στην Αυστρία, ενώ ασχολήθηκε καλλιτεχνικά με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και το design, όντας παράλληλα συγγραφέας και παιδαγωγός. Στην Αυστρία, όπου και πέθανε το 2016, είχε ιδρύσει το I.DE.ADesign Canter και το Μουσείο Τέχνης της χώρας.

Το συνολικό έργο του καλλιτέχνη ¨Αλέξανδρος 2000¨, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1997 στην τότε Πολιτιστική Πρωτεύουσα Θεσσαλονίκη και από τότε ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, περιλαμβάνει 1.700 έργα, αναδεικνύοντας τη συνολική ελληνική πολιτιστική επιρροή παγκοσμίως.

Από τις 13/12/2025 έως τις 19/1/2026 φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας η έκθεση του Βαρλάμη με τίτλο ¨Alexander the Great Back to Egypt¨, σε διοργάνωση της Ελληνικής Πρεσβείας και της Βιβλιοθήκης και σε συντονισμό με το Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας, το αυστριακό Art Museum Waldviertel, το Ελληνικό Ινστιτούτο Έρευνας Αλεξανδρινού Πολιτισμού και την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος. Η έκθεση περιλαμβάνει 41 πίνακες και 12 γλυπτά της συλλογής ¨Αλέξανδρος 2000¨ και όπως αναφέρει το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, η Ελλάδα τιμά την ιστορική της σχέση με την Αίγυπτο, προβάλλοντας το διαχρονικό μήνυμα του ελληνισμού,  που δεν είναι άλλο από το τρίπτυχο πολιτισμός, δημιουργία, εξωστρέφεια. Ο δε Πρέσβης της Ελλάδος σημειώνει πως η έκθεση αυτή του Βαρλάμη έρχεται στην ωριμότερη στιγμή των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Αιγύπτου, ενώ προστίθεται ως ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα που συνδέει τους δύο λαούς.

Τέλος, από την πλευρά της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης καταγράφεται πως μια τέτοια πολιτιστική εκδήλωση αποκαλύπτει τις τεράστιες δυνατότητες που ανοίγει η Τέχνη σε όλα τα επίπεδα, δημιουργώντας μοναδικές σχέσεις ενδιαφέροντος και εμπιστοσύνης της Ελλάδος με την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπου τα κοινά ιστορικά μνημεία και ο θαυμασμός για τον Μακεδόνα βασιλιά παραμένουν παρόντα μέχρι σήμερα.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ