Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

 

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΤΟΥ

ΣΕ ΜΑΛΤΑ ΚΑΙ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ο Κωνσταντίνος Κολόμβος ήταν ένας από τους κύριους κατασκευαστές αιγυπτιακών τσιγάρων στη Μάλτα, ο οποίος αφού έφτασε από τη Χίο, άνοιξε ένα μονώροφο εργοστάσιο στην οδό Vescovo 110. Εκείνη την εποχή η οργάνωση της βιομηχανίας τσιγάρων ήταν ακόμη στα σπάργανα. Επομένως, δεν ήταν περίεργο που ο Κολόμβος ξεκίνησε την επιχείρησή του με μόνο δύο εργάτες και χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε  μηχανήματος. 

Η παραγωγή τσιγάρων εκείνη την εποχή γινόταν σε πολύ μικρή κλίμακα, καθώς οι καπνιστές προτιμούσαν μια πίπα ή ένα πούρο από το πιο εκλεκτό αιγυπτιακό τσιγάρο. Κατά συνέπεια, το εμπόριο των ¨Colombos¨ συνίστατο κυρίως στην πώληση μόλυβδου και κομμένου καπνού. Αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν σταδιακά και σύντομα έγινε φανερό στον Κολόμβο και τους δύο γιους του, οι οποίοι είχαν πλέον εισέλθει στην επιχείρηση ως συνεταίροι, ότι ενώ ήταν εισαγωγείς και πωλητές καπνού σε φύλλα, δεν υπήρχε λόγος να αποκλειστεί το γεγονός να είναι παράλληλα και επιτυχημένοι κατασκευαστές τσιγάρων. 

Έτσι, το 1881 άνοιξε ένα κάπως μεγαλύτερο εργοστάσιο με μια μηχανή κοπής καπνού που λειτουργούσε με το χέρι να κατέχει εξέχουσα θέση. Το πρώτο κουτί ¨Aristocratic¨ που πωλήθηκε στη Μάλτα και στο Κάιρο, όπου η εταιρεία είχε ιδρύσει επίσης ένα μικρό εργοστάσιο από νωρίς, ήταν το 1883, και από μια μικρή αρχή η ζήτηση για αυτή τη μάρκα αυξήθηκε σε τέτοιες διαστάσεις που χρειάστηκαν 15.000.000 τσιγάρα το 1897 για να την ικανοποιήσουν μόνο σε αυτές τις δύο αγορές. 

Το 1899, ο Κ. Κολόμβος απεβίωσε μετά από μια επιτυχημένη επιχειρηματική καριέρα 40 ετών και το εμπόριο συνεχίστηκε από τους δύο εναπομείναντες εταίρους, τους γιους του, Ιωάννη και Μιχαήλ Κολόμβο. Η επιχείρηση είχε μέχρι το 1910 λάβει τέτοιο μέγεθος που έπρεπε να εξασφαλιστούν οι χώροι και ένα τετραώροφο κτίριο βάθους 42 μ. και πρόσοψης 37 μ. έδωσε τον απαραίτητο χώρο. Η μετεγκατάσταση του εργοστασίου είχε ιδιαίτερη σημασία, αφού μια αλλαγή προς το καλύτερο συνδέεται με κάθε βελτίωση που μπορεί να προσφέρει η προνοητικότητα, ο προσεκτικός σχεδιασμός, η μεγάλη εμπειρία και οι γενναιόδωρες δαπάνες. 

Για να μην επηρεαστούν ποτέ τα τσιγάρα τους, οι αδελφοί Κολόμβου χρησιμοποίησαν μεθόδους που έκαναν κάθε τσιγάρο να διατηρεί όλο του το άρωμα, τη γεύση και τη φρεσκάδα, εξασφαλίζοντας σωστές ατμοσφαιρικές συνθήκες και ακριβώς τη σωστή θερμοκρασία και ποσότητα υγρασίας. Αυτοί οι παράγοντες διατηρούσαν στο τσιγάρο το πιο λεπτό άρωμα και την πεμπτουσία της ποιότητας. Μάλιστα, το 1886, η ¨Colombos¨ συμμετείχε στην Αποικιακή και Ινδική Έκθεση στο Λονδίνο και τιμήθηκε με βραβεία υψηλού κύρους για τα επιτεύγματά της. 

Το 1915, η εταιρεία μετατράπηκε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με το όνομα ¨C. Colombos Limited¨, αλλά η επιχείρησή παρέμεινε ουσιαστικά οικογενειακή υπόθεση και συνεχίστηκε ακριβώς στις ίδιες γραμμές όπως και πριν. 

Ας σημειωθεί πως ενώ το 1868 οι απασχολούμενοι εργάτες ήταν δύο, το προσωπικό της εταιρείας το 1918 αριθμούσε 360 άνδρες και κορίτσια. Η ετήσια παραγωγή τσιγάρων το 1881-1882 κυμαινόταν μεταξύ 250.000 και 300.000 τσιγάρων, έναντι 70.000.000 και 85.000.000 τσιγάρων το 1918.

Tα περιτυλίγματα από ρυζόχαρτο τυπώνονταν και κολλούνταν στις ιδιόκτητες μηχανές σωλήνων της εταιρείας, οι οποίες μπορούσαν να παράγουν έως και 300.000 σωλήνες την ημέρα, ενώ ο μέσος αριθμός τσιγάρων που κατασκεύαζε κάθε εργάτης ήταν 2.000 ημερησίως. Η μηχανή κατασκευής τσιγάρων, αν και απλή στη λειτουργία της, ήταν ένα υπέροχο κομμάτι μηχανισμού που έπαιρνε τον καπνό και τον μετέτρεπε σε τέλεια τσιγάρα, τα οποία τυπώνονταν, επικολλούνταν και κόβονταν με ρυθμό 100.000 έως 120.000 την ημέρα για 10 ώρες. Οι πιο δημοφιλείς μάρκες τοποθετούνταν σε πακέτα των 10 ή 20 τεμαχίων, αλλά όλα τα τσιγάρα για εξαγωγή συσκευάζονταν γενικά σε αεροστεγή τενεκεδένια κουτιά των 100 ή 50 τεμαχίων. Οι μάρκες της εταιρείας αριθμούσαν έως και 60, και οι τιμές πώλησης κυμαίνονταν από 80 σελίνια έως 20 σελίνια ανά χίλια το 1918.

Το υποκατάστημα του ¨Colombos¨ στο Κάιρο της Αιγύπτου εκπροσωπούνταν μέσω της ¨Orient Cigarette Co Ltd¨. Ο τιμοκατάλογος της εταιρείας το 1925 έδειχνε τις τιμές 1.000 τσιγάρων της μάρκας Kefir στα 5,8 σελίνια και 4 πένες. Η εταιρεία παρήγαγε, όπως και οι αντίστοιχες τοπικές, τσιγάρα με χρυσή άκρη, ασημένια άκρη, χάλκινη άκρη και φελλό.

Η εταιρεία ¨Colombos¨ δεχόταν αλληλογραφία στα ολλανδικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ελληνικά και ισπανικά. Τελικά, έκλεισε τη δεκαετία του 1950 όταν η Licari ανέλαβε την παραγωγή του εργοστασίου της, με τα τσιγάρα ¨Colombos¨ να παραμένουν δημοφιλή μέχρι τη δεκαετία του 1960, όταν και η παραγωγή τους διακόπηκε.

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

 

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

 


Η Αλεξανδρινή Ποίηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά επιτεύγματα της ελληνιστικής εποχής και συνδέεται άμεσα με την ακμή της Αλεξάνδρειας ως κέντρου γνώσης, φιλολογίας και πολιτισμού, με κορυφαίους λογίους και ποιητές να συναντώνται γύρω από το Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη της πόλης.

Στο περιβάλλον αυτό λοιπόν, αναπτύχθηκε μια νέα ποιητική αισθητική, η οποία διαφοροποιήθηκε σημαντικά από τα πρότυπα της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Οι αρχαίοι Αλεξανδρινοί ποιητές έδωσαν έμφαση στη λογιότητα, τη φιλολογική ακρίβεια, τη διακειμενικότητα και την καλλιέργεια σύντομων, αλλά ιδιαίτερα επεξεργασμένων ποιητικών μορφών. Αντί των εκτεταμένων επικών συνθέσεων που χαρακτήριζαν παλαιότερες εποχές, προτίμησαν έργα υψηλής τεχνικής, πλούσια σε μυθολογικές και ιστορικές αναφορές που απευθύνονταν σ΄ ένα μορφωμένο κοινό. Η δε επιρροή τους υπήρξε διαχρονική, επηρεάζοντας τόσο τη ρωμαϊκή λογοτεχνία, όσο και μεταγενέστερες ευρωπαϊκές ποιητικές παραδόσεις.

Παρότι μεγάλο μέρος της ελληνιστικής γραμματείας έχει χαθεί, από αρκετούς ποιητές της σώζονται ολόκληρα έργα, εκτεταμένα αποσπάσματα ή σημαντικός αριθμός στίχων μέσω παπύρων και παραθέσεων αρχαίων συγγραφέων.

Ο Καλλίμαχος θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της αλεξανδρινής ποίησης, ο οποίος απορρίπτει το εκτενές έπος και προτιμά τη συντομία, την τεχνική τελειότητα και την έντονη λογιότητα. Από τα έργα του διασώθηκαν 6 πλήρεις ύμνοι, κάπου 60 επιγράμματα, αποσπάσματα από τα ¨Αίτια¨ και την ¨Εκάλη¨, και διάφορα μικρότερα ποιήματα.

Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος συνδύαζε το ομηρικό έπος με την αλεξανδρινή λογιότητα, ψυχογραφώντας αναλυτικά τους χαρακτήρες του. Διασώθηκε ολόκληρο το έπος ¨Αργοναυτικά¨ και 4 βιβλία.

Ο Θεόκριτος θεωρείται ο θεμελιωτής της βουκολικής ποίησης, με χρήση της δωρικής διαλέκτου και περιγραφές ρεαλιστικών σκηνών της καθημερινότητας. Διασώθηκαν 30 περίπου ειδύλλια και κάποια επιγράμματα.

Ο Λυκόφρων με τη σκοτεινή γλώσσα και το πολύπλοκο ύφος. Το ποίημα ¨Αλεξάνδρα¨ που διασώθηκε σε 1.474 στίχους θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα κείμενα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Ασκληπιάδης ο Σάμιος θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές του ελληνιστικού επιγράμματος με κάπου 40 που διασώθηκαν να αφορούν τον έρωτα, τη νεότητα, το συμπόσιο και τη φθορά του χρόνου.

Από τον Ποδείδιππο τον Πελλαίο διασώθηκαν αρκετά επιγράμματα, από τον Ηρώνδα 8 σχεδόν πλήρεις μιμίαμβοι, από τον Βίωνα τον Σμυρναίο το ποίημα ¨Επιτάφιος Αδώνιδος¨, από τον Μόσχο τον Συρακούσιο τα ¨Ευρώπη¨ και ¨Έρως Δραπέτης¨, ενώ από τους Αρίστονα τον Πελλαίο, Λεωνίδα τον Ταραντινό, Νικία τον Μιλήσιο, Αντίπατρο τον Συδώνιο, Μελέαγρο τον Γαδαρέα και Φιλήτα τον Κώο διασώθηκαν κάποια επιγράμματα.

Γενικότερα, μέσα από αυτά τα σωζόμενα κείμενα διαμορφώνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της πνευματικής ζωής της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας και διαφαίνεται η διαχρονική επιρροή τους στην παγκόσμια λογοτεχνία.

 

Ν. ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

 

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΩΝ 

ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΙΚΙΩΝ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

 


Τι κοινό έχουν η Κυπριάδου με το Σκαραμαγκά και η Φιλοθέη με την Αργυρούπολη ; Την επιχειρηματική και αναπτυξιακή διάθεση των Αιγυπτιωτών του παρελθόντος, οι οποίοι θέλησαν να δημιουργήσουν χωροταξικές συστάδες κάλλους στην Αττική.

          Ο Αιγυπτιώτης έμπορος και τραπεζίτης Μίνως Κυπριαδής (1845-1919) με τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, αγόρασε το 1891 μια μεγάλη έκταση μεταξύ Γαλατσίου, Ριζούπολης, Λαμπρινής και Άνω Πατησίων. Εκεί ο γεωπόνος γιος του Επαμεινώνδας Κυπριάδης (1888-1958), αφού το 1919 ίδρυσε την εταιρεία ¨Κυπριάδης - Κυριαζής και Σία¨, έκτισε την ¨Κηπούπολη Κυπριάδου¨, μια πρότυπη από πολεοδομική άποψη συνοικία, η οποία υπήρξε περιοχή καλλιτεχνών, συγγραφέων και διανοουμένων.

          Όπως αναφέρει η Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, κατά τον 16ο αι. η περιοχή-κτήμα βορειοανατολικά από τα Τουρκοβούνια ανήκε στην κυρά Ρηγούλα Μπενιζέλου, μετέπειτα Αγία Φιλοθέη. Επί Όθωνα περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο, το 1839 ο βασιλιάς την παραχώρησε στον Δ. Ποστόλακα, κατόπιν πέρασε στα χέρια της οικογένειας Χοϊδά και τέλος αποκτήθηκε από τον Αιγυπτιώτη μηχανικό Γεώργιο Αγαθοκλέους Αρχοντούλη, για λογαριασμό μίας ομάδας οκτώ Αιγυπτιωτών από την Αλεξάνδρεια, με σκοπό την ίδρυση οικισμού με την ονομασία Νέα Αλεξάνδρεια. Στα 1907 ο Αρχοντούλης σχεδίασε το πολεοδομικό σχέδιο του οικισμού, που κάλυπτε την έκταση από τη Λ. Κηφισίας ως το τέλος της σημερινής Λ. Βυζαντίου. Τελικά, αφού πουλήθηκαν μονάχα λίγα οικόπεδα, το σχέδιο εγκαταλείφθηκε και μετά από μία σειρά μεταβιβάσεων, το 1927 περιήλθε στην Εταιρεία ¨Κέκρωψ¨. Στα 1929 ένας συνεταιρισμός υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας αγόρασε και τα 117 στρέμματα της περιοχής Νέας Αλεξάνδρειας, ο αρχικός οικιστικός σχεδιασμός τροποποιήθηκε, το 1933 ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες, το 1934 ο οικισμός έγινε κοινότητα με το όνομα Κοινότης Νέας Αλεξάνδρειας και στα 1937 το προάστιο μετονομάστηκε σε Φιλοθέη, προς τιμήν της Αγίας, της οποίας μάλιστα η κρύπτη είχε ανακαλυφθεί στην περιοχή το 1934.

Το 1912 ο οικισμός των Τραχώνων εντάχθηκε στο Δήμο Αθηναίων, ενώ το όλο κτήμα, που αρχικά είχε τεράστια έκταση, παραχωρήθηκε το 1918 από το ελληνικό δημόσιο στον ιατρό, ακαδημαϊκό και πολιτικό Μαρίνο Γερουλάνο. Το Σεπτέμβριο του 1948 έγινε η έναρξη των χωματουργικών έργων διανοίξεως των λεωφόρων και οδών ενός νέου προαστίου των Αθηνών με την ονομασία ¨Νέα Αλεξάνδρεια¨, το οποίο δημιουργήθηκε στο 7ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών-Βουλιαγμένης, όπου άλλοτε το κτήμα ¨Τράχωνες¨. Το νέο αυτό προάστιο οφειλόταν ¨εις την πρωτοβουλίαν επαναπατρισμένων Ελλήνων, οίτινες επί σειράν ετών διεβίωσαν εις Αίγυπτον, ην πάντοτε νοσταλγούν, καθόσον υπήρξε δι΄ αυτούς μία δευτέρα και εξ ίσου στοργική Πατρίς¨… Το 1949 ιδρύεται η Κοινότητα Νέας Αργυρούπολης – που περιελάμβανε τους οικισμούς Αργυρούπολης, Τραχώνων και Νέας Αλεξάνδρειας, η οποία αποσπάστηκε από την Κοινότητα Αλίμου – και το 1972 ο Δήμος Αργυρούπολης, συνοικία του οποίου αποτελεί η Νέα Αλεξάνδρεια, Δήμος που από το 2011 έχει μετασχηματιστεί σε Αργυρούπολης - Ελληνικού.

Όπως καταγράφει ο Μενέλαος Χρόνης, στα 1900 ομάδα Αιγυπτιωτών συνέπηξε σύλλογο με στόχο να αγοραστεί η περιοχή του Σκαραμαγκά ώστε να δημιουργηθεί για τα μέλη του ένας πανέμορφος καλοκαιρινός παραθεριστικός οικισμός, τον οποίο μάλιστα ονόμαζαν χαρακτηριστικά ¨Μόντε Κάρλο της Ελλάδος¨. Το σχέδιο όμως τελικά ναυάγησε…

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

 

Η ΣΠΟΓΓΑΛΙΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

 


Ότι ισχύει στη γεωργία για την αγρανάπαυση, το ίδιο συμβαίνει και στη θάλασσα με τη λεγόμενη αλιευτική ανάπαυλα. Έτσι, με όχημα το Μηνιαίο Δελτίο του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας του Απριλίου 1934 ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο και συγκεκριμένα σε εποχές που οι Δωδεκανήσιοι σφουγγαράδες ταξίδευαν με τα καράβια τους στο Μισίρι και τη Μπαρμπαριά για να αλιεύσουν σφουγγάρια, μια πρακτική που ανάγεται στα χρόνια της αρχαίας Ελλάδας και στους νεώτερους χρόνους από περίπου το 1800, όταν οι γυμνοί βουτηχτάδες χρησιμοποιούσαν τη σκανδαλόπετρα, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αφού τα σφουγγάρια, ο χρυσός της θάλασσας, είχαν μεγάλη αξία και οι κάτοικοι άγονων νησιών όπως η Σύμη, η Χάλκη και η Κάλυμνος βασίζονταν σε αυτά για την επιβίωση τους.

Στα 1934 λοιπόν, η Αιγυπτιακή Διαχείριση Ακτοφυλακής και Αλιείας είχε ζητήσει από το αρμόδιο Υπουργείο να απαγορευθεί για το τρέχον έτος η αλιεία σπόγγων σε όλα τα αιγυπτιακά ύδατα, αφού σύμφωνα με έκθεση ειδικών κάτι τέτοιο κρινόταν επιβεβλημένο για να επέλθει ανακουφιστική ανάπαυλα στην εντατική εξαγωγή σπόγγων, όπως αυτή είχε ασκηθεί κατά τα τελευταία χρόνια ευρύτατα στην Αίγυπτο, με αποτέλεσμα να πλήττεται το είδος στην ανάπτυξη του, καταστρέφοντας την ελαστικότητα και την αντοχή του.

Το σημαντικό τμήμα του σχετικού αυτού άρθρου είναι εκείνο που καταγράφει πως οι άδειες σπογγαλιείας με δημόσια πλειοδοσία στον ανώτερο πλειοδότη καταχωρούνταν συνήθως σε Έλληνες επιχειρηματίες, οι οποίοι προπλήρωναν το αντίτιμο της άδειας, που ανάλογα το μέρος ποίκιλλε από 100 μέχρι 200 λίρες. Πλην δε ελαχίστων εξαιρέσεων, οι επιχειρηματίες αυτοί δεν εκμεταλλεύονταν προσωπικά τις άδειες, αλλά έρχονταν σε συμφωνία με αντάλλαγμα ορισμένου κέρδους με αλιείς από τη Δωδεκάνησο και άλλα νησιά, οι οποίοι εκτελούσαν την εργασία για ίδιον λογαριασμό, ενώ συγχρόνως φρόντιζαν και για την πώληση των σπόγγων.

Στην Αίγυπτο η σπογγαλιεία διαρκούσε από 1η Μαΐου έως τέλος Οκτωβρίου, διενεργείτο δε κυρίως σε Ελ Άγκαμι και Σουλούμ, ζώνες υποδιαιρούμενες σε δωδεκάδα μικρότερων σταθμών.

Σημειώνεται επίσης, πως όταν το σφουγγάρι είχε λεπτές και μαλακές ίνες, ονομαζόταν συνήθως σπόγγος ¨τουαλέτας¨ και ήταν περιζήτητος αγοραζόμενος σε υψηλές τιμές. Τέτοιοι ήταν οι σπόγγοι της Αιγύπτου, της Συρίας, της Βεγγάζης, της Τριπολίτιδος και του Ελληνικού Αρχιπελάγους.

Το πλήρωμα εκάστου πλοιαρίου απαρτιζόταν από 40 άνδρες, ως επί το πλείστον Έλληνες ειδικευμένους σε αυτό το επάγγελμα, από τους οποίους οι 30 βουτούσαν χωρίς σκάφανδρο και οι 10 με σκάφανδρο.

Ο αιγυπτιακός σπόγγος ήταν από τους περισσότερο εκλεκτούς και η πρώτη του ποιότητα πωλούταν χονδρικώς προς 5-6 λίρες η οκά. Η τιμή της κατωτέρας ποιότητας ποίκιλλε από 150-200 γρόσια διατιμήσεως η οκά. Στο λιανικό εμπόριο ο αιγυπτιακός σπόγγος πωλούταν από 4-60 γρ.διατ. το τεμάχιο, ενώ ο σπόγγος των άλλων προελεύσεων Βεγγάζης, Τριπολίτιδος, Τομπρούκ πωλούταν από 1-20 γρ.διατ. το τεμάχιο.

Ακριβώς λόγω της εκλεκτής του ποιότητας, ο αιγυπτιακός σπόγγος, παρά την ακριβή του τιμή, εξαγόταν κατά μεγάλες ποσότητες ιδίως στη Γαλλία, την Αγγλία και τις αγγλικές αποικίες σε τρόπο ώστε η αιγυπτιακή αγορά να μη διαθέτει πάντοτε παρά μικρές σχετικώς παρακαταθήκες…

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

 

ΓΙΑΤΙ ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑ ;

 


Η Πτολεμαΐδα είναι πόλης της Δυτικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα της επαρχίας Εορδαίας του νομού Κοζάνης.

Κατά μια εκδοχή το ¨Εορδαία¨ προέρχεται από τη θεά των Μακεδόνων ¨Εόρδα¨, που σημαίνει ¨Μητέρα Γη¨, και η οποία έδωσε το όνομα της στην πλούσια και πολλή εύφορη αυτή περιοχή. Χαρακτηριστική είναι η ρήση ¨στα Καϊλάρια και πέτρα να φυτέψεις θα βγάλει πετραδάκια¨…

            Καϊλάρια ήταν το παλαιό όνομα της Πτολεμαΐδας, μιας κωμόπολης που απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό το 1912, ονομασία που προέρχεται από το τουρκικό ρήμα kaymak που σημαίνει γλιστρώ. Έτσι, οι Τούρκοι της έδωσαν το όνομα Καΐλάρια διότι το έδαφος της είναι αργιλώδες και μετά τις βροχοπτώσεις οι άνθρωποι όταν περπατούσαν, γλιστρούσαν. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών στα Καΐλάρια και γενικότερα στην επαρχία Εορδαίας εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Περίπου 2.500 κάτοικοι αποτελούσαν την τότε κοινότητα των Καϊλαρίων, η οποία με το φύλλο Α 18/1927 της εφημερίδας της Κυβέρνησης μετονομάστηκε σε ¨Πτολεμαΐδα¨, ενώ αναγνωρίστηκε ως Δήμος το 1942 με το Ν.Δ 1726 του 1942 που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 228 της εφημερίδας της Κυβέρνησης

Για την ονομασία της πόλης υπάρχουν δύο εκδοχές πολύ κοντινές μεταξύ τους – σχετιζόμενες και οι δύο με τη Νειλοχώρα – κι αναφέρουν πως η πόλη ονομάστηκε ¨Πτολεμαΐδα¨ είτε προς τιμή του Στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου, Πτολεμαίου τού Λάγου ή Σωτήρα, που καταγόταν από την Εορδαία και υπήρξε ο θεμελιωτής της δυναστείας των Πτολεμαίων στο βασίλειο της Αιγύπτου και ιδρυτής της περίφημης βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, είτε προς τιμή μιας κόρης του Πτολεμαίου που λέγεται πως ονομαζόταν Πτολεμαΐδα.

          Το όνομα αυτό επιλέχτηκε κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, στον οποίο υποβλήθηκαν 120 προτάσεις από διάφορα μέρη της Ελλάδας, για να επικρατήσει τελικά η πρόταση του λογίου δημάρχου της πόλης Παντελή Μελανοφρύδη, ο οποίος και πρωτοστάτησε στην αλλαγή του ονόματος της.

          Στην κεντρική πλατεία της πόλης υπάρχει ένας υπερμεγέθης μαρμάρινος ανδριάντας του Πτολεμαίου που φιλοτεχνήθηκε το 1994 από τον γλύπτη Σωκράτη Μήτσο Λάμπη, με τα αποκαλυπτήρια να γίνονται στις 28/9 του ίδιου έτους.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

 

ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

 


          Είναι σύνηθες όταν αναφερόμαστε στο Πτολεμαϊκό Βασίλειο (305-30 π.Χ.) να θεωρούμε πως αυτό εκτεινόταν μονάχα στην αιγυπτιακή επικράτεια. Οι Πτολεμαίοι όμως δεν επεδίωξαν μόνο την κυριαρχία στην Αίγυπτο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο ναυτικών σταθμών και φρουρίων στο Αιγαίο και γενικότερα στον ελληνικό χώρο.

          Έτσι, εκτός από την Κύπρο – που την κατέλαβαν και ίδρυσαν βάσεις σε Σαλαμίνα, Πάφο, Κίτιον και Κούριον – καθώς και εκτεταμένες περιοχές στα ελληνικά παράλια της Μικράς Ασίας γύρω από σημαντικές πόλεις, όπως η Έφεσος, η Μίλητος, η Αλικαρνασσός, η Καύνος και τα Πάταρα, είχαν δημιουργήσει βάσεις στην ελληνική επικράτεια με σκοπό τον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων, την εποπτεία των στενών και των περασμάτων του Αιγαίου, τον ανεφοδιασμό του σημαντικού πτολεμαϊκού στόλου, την επέμβαση στις ελληνικές υποθέσεις και την ανάσχεση της μακεδονικής αρχικά και κατόπιν της σελευκιδικής ισχύος.

          Οι κύριες βάσεις τους λοιπόν στην Ελλάδα ήταν οι εξής :

          Στη Θήρα, η πιο σημαντική, που εντοπίζεται στην περιοχή του σημερινού Ακρωτηρίου και σε παράκτιες οχυρώσεις, αφού το νησί βρισκόταν ακριβώς πάνω στις θαλάσσιες γραμμές που ένωναν την Αλεξάνδρεια με την Κρήτη, τις Κυκλάδες και την Αττική.

          Στην Ίτανο της ανατολικής Κρήτης, κοντά στο σημερινό Βάι, μια σημαντική πτολεμαϊκή στρατιωτική και ναυτική εγκατάσταση εκτός Νειλοχώρας, αφού λόγω θέσεως επέτρεπε τον έλεγχο των θαλάσσιων ροών και των εμπορικών αποστολών μεταξύ Αιγύπτου και Αιγαίου, καθώς και της Ανατολικής Μεσογείου. Ας σημειωθεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κρήτη, η οποία παρείχε ναυτικούς και μισθοφόρους, διέθετε λιμάνια στρατηγικής σημασίας και αποτελούσε ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Αιγύπτου και Ελλάδας.

          Στην Κορρησία της Κέας, που μετονομάστηκε σε Αρσινόη, και απετέλεσε βασικό σημείο του πτολεμαϊκού ελέγχου στο δυτικό Αιγαίο, λειτουργώντας ως ναύσταθμός, σταθμός ανεφοδιασμού και σημείο ελέγχου της Αττικής.

          Στη Σάμο, που η δημιουργία υποδομών λιμένων και η τοποθέτηση στρατιωτικής διοίκησης και μόνιμου στόλου εξυπηρετούσαν τον έλεγχο των μικρασιατικών ακτών και της Ιωνίας, καθώς και την άμεση πρόσβαση προς τα Δαρδανέλλια.

          Στη Δήλο, που εκτός από θρησκευτικό κέντρο, υπό τους Πτολεμαίους εξελίχθηκε σε εμπορικό κόμβο, ναυτική βάση, οικονομική θέση και σημείο ελέγχου των Κυκλάδων, λειτουργώντας ως κέντρο του λεγόμενου ¨Νησιωτικού Κοινού¨ που βρισκόταν υπό πτολεμαϊκή επιρροή.

          Η Ρόδος, την οποία μεν δεν κατείχαν, αλλά αποτέλεσε έναν κύριο σύμμαχο, φιλοξενούσε πτολεμαϊκές μοίρες και συνεργάστηκε στενά με τον αιγυπτιακό στόλο, διαθέτοντας ένα από τα καλύτερα λιμάνια της εποχής και ιδιαίτερη ναυτική ισχύ.

          Τέλος, στη νότια Αττική, απέναντι από το Σούνιο, βρίσκεται ως προκεχωρημένο φυλάκιο το νησί του Πάτροκλου, γνωστό κατά την ελληνιστική εποχή ως ¨Πατρόκλου Χάραξ¨, όπου ο στενός συνεργάτης του Πτολεμαίου Β΄ ναύαρχος Πάτροκλος εγκατέστησε οχυρό, αγκυροβόλιο και ναυτική βάση κατά τον Χρεμωνίδειο Πόλεμο.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

 


Ο χορός της κοιλιάς, γνωστός διεθνώς ως Belly Dance και στον αραβικό κόσμο κυρίως ως Raqs Sharqi, αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά πολιτισμικά φαινόμενα της Αιγύπτου, η ιστορία του οποίου δεν είναι γραμμική ούτε μονοσήμαντη, αλλά αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από χιλιετίες κοινωνικών, θρησκευτικών, καλλιτεχνικών και πολιτικών μετασχηματισμών, που αντικατοπτρίζουν τη σύνθετη ταυτότητα της αιγυπτιακής κοινωνίας.

Οι απαρχές του χορού της κοιλιάς τοποθετούνται συχνά στην Αρχαία Αίγυπτο, αν και η ακριβής μορφή του δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Αρχαιολογικές απεικονίσεις σε τοιχογραφίες, αγγεία και ανάγλυφα παρουσιάζουν γυναικείες μορφές σε στάσεις και κινήσεις που θυμίζουν κυκλικές και κυματοειδείς κινήσεις της λεκάνης και του κορμού. Πολλοί μελετητές συνδέουν αυτές τις κινήσεις με τελετουργίες γονιμότητας, λατρείες της μητρότητας και θρησκευτικές πρακτικές αφιερωμένες σε θεότητες όπως η Ίσιδα και η Χάθορ. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χορός δεν είχε ψυχαγωγικό χαρακτήρα, αλλά λειτουργούσε ως ιερή πράξη, συνδεδεμένη με τη ζωή, τη γέννηση και την αναγέννηση.

Κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Περίοδο, η Αίγυπτος μετατράπηκε σε σταυροδρόμι πολιτισμών. Η αλληλεπίδραση αιγυπτιακών, ελληνικών, ρωμαϊκών και αργότερα βυζαντινών στοιχείων επηρέασε τις μορφές έκφρασης, συμπεριλαμβανομένου του χορού. Οι παραδοσιακές κινήσεις εξελίχθηκαν, ενσωματώνοντας νέα αισθητικά πρότυπα, ενώ ο χορός άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από τον αυστηρά τελετουργικό του ρόλο και να αποκτά παράλληλα κοσμικές διαστάσεις.

Με την έλευση του Ισλάμ τον 7ο αιώνα μ.Χ., το πολιτισμικό τοπίο της Αιγύπτου άλλαξε ριζικά. Οι ισλαμικές αντιλήψεις περί σεμνότητας επηρέασαν τη δημόσια παρουσία του χορού, χωρίς όμως να τον εξαφανίσουν. Ο χορός της κοιλιάς συνέχισε να υπάρχει κυρίως σε ιδιωτικούς χώρους, οικογενειακές γιορτές και λαϊκά πανηγύρια. Όπως καταγράφει η W. Buonaventuraιδιαίτερη σημασία είχαν οι Ghawazi, επαγγελματίες χορεύτριες, συχνά νομαδικής καταγωγής, που χόρευαν σε δημόσιους χώρους και γάμους. Παρά τη δημοτικότητά τους, οι Ghawazi αντιμετώπιζαν συχνά κοινωνικό στιγματισμό και κρατικούς περιορισμούς, γεγονός που αποκαλύπτει την αμφιθυμία της αιγυπτιακής κοινωνίας απέναντι στο χορό.

Κατά τον 19ο αιώνα, με την αυξανόμενη ευρωπαϊκή παρουσία στην Αίγυπτο, ο χορός της κοιλιάς άρχισε να προσελκύει το βλέμμα των δυτικών περιηγητών και καλλιτεχνών. Οι περιγραφές τους, συχνά εξωτικοποιημένες και στερεοτυπικές, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας εικόνας του χορού ως αισθησιακού θεάματος, αποκομμένου από το κοινωνικό και πολιτισμικό του πλαίσιο. Αυτή η δυτική ματιά επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ο χορός παρουσιάστηκε διεθνώς, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίστηκε εντός της ίδιας της Αιγύπτου.

Η καθοριστική στιγμή στην ιστορία του αιγυπτιακού χορού της κοιλιάς ήρθε τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα με την άνθηση του αιγυπτιακού κινηματογράφου. Στις δεκαετίες του 1920 και 1930 εμφανίστηκε το Raqs Sharqi ως σκηνική, εκλεπτυσμένη μορφή χορού, που συνδύαζε παραδοσιακές κινήσεις με δυτικές επιρροές, όπως το μπαλέτο και το θέατρο. Θρυλικές χορεύτριες όπως η Badia Masabni, η Samia Gamal και η Tahia Carioca καθόρισαν την αισθητική του σύγχρονου αιγυπτιακού χορού, δίνοντάς του καλλιτεχνική υπόσταση και διεθνή ακτινοβολία. Ο χορός πλέον παρουσιαζόταν σε θέατρα και κινηματογραφικές αίθουσες, αποκτώντας νέο κύρος, αλλά και νέους κανόνες.

Στη σύγχρονη Αίγυπτο, ο χορός της κοιλιάς παραμένει ένα ζωντανό αλλά αμφιλεγόμενο στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται διεθνώς ως αιγυπτιακή τέχνη και διδάσκεται παγκοσμίως. Από την άλλη, στο εσωτερικό της χώρας αντιμετωπίζει περιορισμούς, κοινωνικές προκαταλήψεις και νομικές ρυθμίσεις που αντικατοπτρίζουν τις συνεχιζόμενες εντάσεις ανάμεσα στην παράδοση, τη θρησκεία και τη σύγχρονη ταυτότητα.

Οι πιο γνωστές Αιγύπτιες χορεύτριες του χορού της κοιλιάς, που σημάδεψαν την ιστορία του και τον καθιέρωσαν τόσο στην Αίγυπτο όσο και διεθνώς, προέρχονται κυρίως από τη λεγόμενη ¨χρυσή εποχή¨ του αιγυπτιακού κινηματογράφου, αλλά και από μεταγενέστερες δεκαετίες. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι οι εξής:

Μπάντια Μασάμπνι : Θεωρείται η ¨μητέρα¨ του σύγχρονου αιγυπτιακού Raqs Sharqi. Αν και γεννήθηκε στο Λίβανο, έδρασε και μεγαλούργησε στην Αίγυπτο. Στη δεκαετία του 1920 ίδρυσε στο Κάιρο διάσημα καμπαρέ και σχολές χορού, όπου διαμόρφωσε τη σκηνική μορφή του χορού της κοιλιάς, συνδυάζοντας παραδοσιακά στοιχεία με δυτικές επιρροές. Από τη σχολή της προέκυψαν πολλές από τις μεγαλύτερες σταρ του είδους.

Ταχία Καριόκα : Μία από τις πιο εμβληματικές Αιγύπτιες χορεύτριες όλων των εποχών. Διάσημη για το εκφραστικό της στυλ, το δυναμισμό και την έντονη σύνδεση με την αιγυπτιακή μουσική. Πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες και θεωρείται πρότυπο αυθεντικού αιγυπτιακού ύφους, με έμφαση στον αυτοσχεδιασμό και το συναίσθημα.

Σάμια Γκαμάλ : Από τις πρώτες χορεύτριες που έδωσαν πιο ¨κοσμοπολίτικο¨ χαρακτήρα στο χορό της κοιλιάς. Εισήγαγε στοιχεία μπαλέτου, κινήσεις με πέπλα και πιο αέρινη σκηνική παρουσία. Έκανε διεθνή καριέρα και συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοση του αιγυπτιακού χορού εκτός Αιγύπτου.

Καίτη Βουτσάκη : Μία από τις πιο αναγνωρισμένες Αιγυπτιώτισσες χορεύτριες του χορού της κοιλιάς με έντονη διεθνή παρουσία και ισχυρό δεσμό με την ίδια την Αίγυπτο. Το στυλ της χαρακτηριζόταν από καθαρότητα κινήσεων, έντονη μουσικότητα, κομψότητα και βαθιά γνώση των αιγυπτιακών ρυθμών και maqamat. Δεν εστίαζε στον εντυπωσιασμό, αλλά στη λεπτομέρεια, την εσωτερικότητα και την ερμηνεία της μουσικής, στοιχεία που θεωρούνται θεμελιώδη στο κλασικό αιγυπτιακό ύφος.

Ναΐμα Άκεφ : Ξεχώριζε για την ακροβατική της δεξιοτεχνία, την ενέργεια και την άψογη τεχνική της. Προερχόταν από οικογένεια καλλιτεχνών του τσίρκου και αυτό φαινόταν στο στυλ της. Συνδύασε τον χορό της κοιλιάς με λαϊκούς αιγυπτιακούς χορούς και κινηματογραφική λάμψη.

Σοχέιρ Ζάκι : Αντιπροσωπεύει τη μεταγενέστερη γενιά χορευτριών, κυρίως από τις δεκαετίες 1960–1980. Φημιζόταν για τη μουσικότητά της και το λιτό, βαθιά αιγυπτιακό τρόπο έκφρασης. Πολλοί ειδικοί τη θεωρούν από τις πιο ¨καθαρές¨ εκφράστριες του παραδοσιακού ύφους.

Φίφι Άμπντου : Μία από τις πιο δημοφιλείς και αμφιλεγόμενες χορεύτριες της σύγχρονης εποχής. Χωρίς κλασική εκπαίδευση, ξεχώρισε για τη δύναμη, την προσωπικότητα και τη λαϊκή της απήχηση. Έγινε σύμβολο του αιγυπτιακού λαϊκού χορού και απέκτησε τεράστια φήμη μέσω της τηλεόρασης και του κινηματογράφου.

Ντίνα Τάλαατ : Εκπρόσωπος της πιο σύγχρονης γενιάς, γνωστή για το τολμηρό της στυλ και την τεχνική ακρίβεια. Συνδύασε τον παραδοσιακό αιγυπτιακό χορό με σύγχρονες σκηνικές αισθητικές, προκαλώντας συχνά συζητήσεις και αντιδράσεις στην αιγυπτιακή κοινωνία.

 

Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ